Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Το libido ως κινητήρια δύναμη

Σύμφωνα με τον Sigmund Freud και την ψυχαναλυτική θεωρία του, το λίμπιντο είναι η ενστικτώδης ερωτική ορμή και η ενέργεια που απορρέει από αυτή. H λέξη λίμπιντο σημαίνει: απόλαυση, επιθυμία ηδονή και υπονοεί μια μεγάλη γκάμα επιθυμιών. Το λίμπιντο, έχει σα σκοπό την ικανοποίηση των σεξουαλικών αναγκών του ατόμου και εκφράζεται με την συμπεριφορά του «φαλλού».
Ο Freud, περιέγραψε το αρσενικό αυτό μέρος του κορμιού του άντρα, το φαλλό,  σαν την κινητήριο αυτή δύναμη  που στην εφηβεία γίνεται η «γενεσιουργός» ενέργεια και διαρκεί σε όλη τη ζωή του.
Ο Freud καθόρισε έξη στάδια για την ψυχοερωτική ανάπτυξη του άντρα, τα εξής:

Το πρώτο στάδιο της ψυχοερωτικής ανάπτυξης του αγοριού, είναι από 0-2. Στο στάδιο αυτό η πρωτογενής περιοχή είναι το στόμα. Η παιδική σεξουαλικότητα βασίζεται σε ένα εσωτερικό ένστικτο και παρουσιάζεται από πολύ νωρίς στη ζωή του αγοριού, σε ασυναίσθητο επίπεδο.
Την ερωτική ικανοποίηση την παίρνει το νήπιο από το  `στήθος της μητέρας, την πιπίλα ή ότι άλλο βάλει στο στήθος του. Η πρώτη εμπειρία του νηπίου συνεπάγεται την ταύτιση με την μητέρα και την συμβίωση μαζί της.
Παρενέργειες
Όταν το άτομο καθηλωθεί σε αυτό το στάδιο,  χαρακτηρίζεται από εξαρτήσεις, εγωκεντρισμό, έντονη απαίτηση της προσοχής των άλλων και αγάπη χωρίς όρους, επίσης, τρώει, πίνει, καπνίζει και μιλάει υπερβολικά.

Το δεύτερο στάδιο της ψυχοερωτικής ανάπτυξης του αγοριού, είναι από 1.1/2 – 3 χρόνων περίπου και η ερωτογενής περιοχή είναι ο πρωκτός. Η συγκράτηση και η εκκένωση των κοπράνων, αποτελεί αιτία ηδονής ή διαμάχης  του παιδιού με το περιβάλλον.
Στο νήπιο είναι έμφυτα τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά και των δύο φύλλων, με ενεργητικές αλλά και παθητικές ερωτικές τάσεις. Εξακολουθεί να εκφράζει τη διπλή του φύση μέχρι να ανακαλύψει την ικανοποίηση με τον ερεθισμό του πέους του.
Ο Freud, χαρακτηρίζει τη φάση αυτή σαν την περίοδο των «σεξουαλικών εξερευνήσεων» που το μικρό αγόρι ανακαλύπτει την αίσθηση της ηδονής όταν χαϊδεύει το πέος του και αρχίζει περί τα 3 χρόνια να συνειδητοποιεί, ότι το όργανο αυτό είναι και σύμβολο της ταυτότητας του. Από την στιγμή αυτή αντιλαμβάνεται και την διάκριση των δύο φύλων. Αυτή είναι η βάση όπου θα αναπτυχθεί η εσωτερική έννοια του μικρού αγοριού για την αρρενωπότητα του. Έτσι ενεργοποιείται το πρωτόγονο ένστικτο της  σεξουαλικής επιθυμίας για το αντίθετο φύλο και ιδιαίτερα προς την μητέρα. Είναι η αρχή του Οιδιπόδειου συμπλέγματος.
Παρενέργειες
Αν το παιδί καθηλωθεί στο στάδιο της εκκένωσης, θα εξελιχθεί σαν άτομο υπερβολικά γενναιόδωρο, με έπαρση, καχυποψία και φιλοδοξία, ενώ η καθήλωση στο στάδιο της συγκράτησης θα του αναπτύξει πείσμα, φιλαργυρία και σχολαστικότητα.
Αν η περιέργεια του μικρού αγοριού για τα γεννητικά του όργανα απαγορευτεί, η αρρενωπότητα  του αγοριού μπορεί να αναχαιτιστεί, γιατί το παιδί θα αισθανθεί φόβο και προσβολή.
Αν η σχέση των γονιών κατά την περίοδο αυτή είναι αρνητική μεταξύ τους, ή ανταγωνιστική, τα αρνητικά συναισθήματα της μητέρας θα μεταβιβαστούν στο μικρό αγόρι, που θα έχει σοβαρό αντίκτυπο στο ανδρικό του πρότυπο. Γιατί για το αγόρι έχει μεγάλη αξία η παρουσία στη ζωή της μητέρας του, ενός δυνατού και υπεύθυνου συντρόφου. 

Το τρίτο στάδιο ψυχοερωτικής ανάπτυξης, περιλαμβάνει στο πρώτο μέρος,  το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, το φόβο του ευνουχισμού και την λανθάνουσα περίοδο του αγοριού από 6-12 χρόνων.  
Σε αυτό το στάδιο το αγόρι είναι ακόμη ψυχολογικά «ερμαφρόδιτο» και αντιμετωπίζει το δίλημμα της φαλλικής ικανοποίησης και της ταύτισης της μητέρας που το γέννησε. Πιστεύει, ότι όλοι έχουν πέος και αυτή η ικανοποίηση που απολαμβάνει, είναι φυσιολογική εμπειρία όλων των ανθρώπων. Έτσι ξεκινά η έντονη ναρκισσιστική ανάπτυξη του. Όμως, η απαγόρευση της μητέρας για το παιχνίδι με το πέος του και συγχρόνως η συνειδητοποίηση ότι οι γυναίκες δεν έχουν πέος, είναι η αρχή της οργής του αγοριού προς τη μητέρα, γιατί πιστεύει ότι η απαγόρευση της ηδονής του, είναι η εκδίκηση της μητέρας..  
Ο Freud, ισχυρίζεται ότι το αγόρι σε αυτό το στάδιο, είναι ερωτευμένο με τη μητέρα του, ελκύεται από αυτήν και την επιθυμεί, παρακινούμενο από την ενστικτώδη φύση του. Η μητέρα, συχνά, ασυναίσθητα, ενθαρρύνει την συμβίωση της με το αγόρι της, μέχρι να πάρει ο πατέρας την ευθύνη να τη σταματήσει. Συνάμα, το αγόρι συνειδητοποιεί τον πατέρα του σαν ερωτικό σύντροφο της μητέρας και τον ανταγωνίζεται. Όμως ο φόβος της τιμωρίας του από τον πατέρα, το «άγχος του ευνουχισμού», δηλαδή η απώλεια του πέους και η μεταμόρφωση του σε θηλυκό, απωθούν τις αιμομικτικές  σκέψεις του αγοριού και έτσι λύεται ο πρώτος ερωτικός δεσμός του αγοριού με την μητέρα. Η επίλυση του Οιδιπόδειου συμπλέγματος, είναι το μέσον, ώστε το αγόρι να  εσωτερικεύσει την εξουσία του πατέρα και να δημιουργήσει τη βάση του «υπερεγώ» του, που είναι το σύνολο των κανόνων και των  ηθικών επιταγών των γονιών και της κοινωνίας.
 Μετά από αυτό, το αγόρι προχωρεί στη λανθάνουσα περίοδο, που  η σεξουαλική επιθυμία μεταλλάσσεται και αναδύεται  αρρενωπότητα του, με ανυπακοή προς την μητέρα και δραστηριότητες και συναναστροφές άλλων αγοριών, αποφεύγοντας τα κορίτσια.
Παρενέργεια
Η έλλειψη του φόβου του ευνουχισμού  και η αποτυχία  της λύσης του Οιδιπόδειου συμπλέγματος με τη μητέρα και τον απαραίτητο δεσμό με τον πατέρα, έχει σαν αποτέλεσμα, η δομή του ανδρισμού μέσα του να εξασθενήσει και το αγόρι να υιοθετήσει όλα τα θηλυκά χαρακτηριστικά της μητέρας σαν δικά του.

Το τέταρτο στάδιο της ψυχοερωτικής ανάπτυξης, είναι η γενετήσια περίοδος, που αρχίζει κατά την εφηβεία και συνεχίζει καθόλη την διάρκεια της ζωής. Χαρακτηρίζεται από την μετακίνηση του έφηβου προς τα ενδιαφέροντα του έξω από την οικογένεια κόσμου και κατευθύνει την Οιδιπόδεια ενέργεια του στο κορίτσι που έχει επιλέξει και που αντιπροσωπεύει το υποκατάστατο της μητέρας, χωρίς την επιβάρυνση της απαγορευμένης αιμομιξίας.
Η φαλλική ενέργεια είναι για τον έφηβο, η κινητήρια δύναμη για εξερεύνηση  και δραστηριοποιείται από τις εξωτερικές προκλήσεις: τη γοητεία του θηλυκού, την ανάγκη της απόδειξης, την αφύπνιση για δημιουργία. Όλα αυτά είναι «μιας ανάφλεξης ενός φλεγόμενου φαλλού». Ο νέος έφηβος  δημιουργεί εκατοντάδες σπέρματα στους όρχεις του και η φυσική του μεταμόρφωση είναι και για τον ίδιο σκανδαλώδης. Πιθανόν, εξαιτίας της φυσιολογία του φύλου του, είναι υποχρεωμένος: να αποδεικνύει συνεχώς στα κορίτσια τον ανδρισμό του, την επάρκεια της αντίληψης του προς όλα τα κοινωνικά θέματα,  να προσανατολίζεται  προς κάθε δυνατή δράση και να καταφέρει να ελέγξει την στύση του και την εκσπερμάτωσή του, ώστε να είναι ικανός να αποτολμήσει δημιουργικές πράξεις, ή ολοκληρωμένη στενή σχέση, ή  απόλυτη σεξουαλική ηδονή.
Παρενέργειες 
Αν η διάθεση για παιχνίδι του αγοριού κατά την «λανθάνουσα περίοδο» και που  γίνεται σεξουαλικό παιχνίδι του έφηβου δεν ελεγχθεί από τον ίδιο τον έφηβο, οι ψυχολογικές επιπτώσεις θα είναι τεράστιες, γιατί σαν ενήλικος άντρας θα αναζητά συνεχώς σεξουαλικούς συντρόφους, που θα τον βοηθήσουν να γνωρίσει τον εαυτό του και να τον εκφράσει.
Αν ο νέος έφηβος δεν επιδείξει στο στάδιο της εφηβεία αυτή την υπερβολική τάση εξερεύνησης, τότε θα πρέπει να επιληφθούν οι γονείς.
Αν ο νέος παραμείνει προσκολλημένος στην σχέση του με την μητέρα, τότε δεν θα μπορέσει να ολοκληρωθεί κοινωνικά αλλά και σεξουαλικά σαν άντρας και θα την εκφράζει συνεχώς με μια ασυναίσθητη εχθρότητα και προς την μάνα και προς τις άλλες γυναίκες.

Το πέμπτο στάδιο της ψυχοερωτικής ανάπτυξης, κειμένεται από την εφηβεία μέχρι τα 40.  Στην  πορεία αυτή του άντρα, η φαλλική ενέργεια μεταλλάσσεται σε παραγωγική επαγγελματική ώθηση. Η επαγγελματική «επίτευξη» γίνεται σκοπός ζωής και μέρος της πλατύτερης σεξουαλικότητας του άντρα. Η σεξουαλική επιθυμία δεν τον εγκαταλείπει, αλλά ένα μέρος της διοχετεύεται στην επαγγελματική καταξίωση. Η σεξουαλική παρόρμηση  «μετατρέπεται» εν μέρει, όπως λέει ο Freud  κοινωνικά αποδεκτές δραστηριότητες. Η επιλογή του επαγγέλματος, η εύρεση συντρόφου, η δημιουργία οικογένειας, η συγκέντρωση περιουσίας, η κοινωνική αποδοχή και η φήμη, όλα αυτά είναι ισάξια «μετωνύμιο» του φαλλού. Ο άντρας απαιτεί την αίσθηση της επιτυχίας, σα συντελεστή στη φαλλική του φύση, γιατί η επαγγελματική του καταξίωση θεωρείται παράλληλη με την στύση και την εκσπερμάτωση. Η ανάγκη του άντρα να «αποδείξει» τον εαυτό του, είναι αναπόσπαστο μέρος της ανδρικής ψυχοσύνθεσης του.
Παρενέργειες
Αν αυτή η μετατροπή αποτύχει, τότε ο άντρας παραμένει δέσμιος του εφηβικού ερωτικού κινήτρου και γίνεται ανίκανος να ενταχθεί σωστά στον κόσμο των ενηλίκων ώστε να εξασκήσει υπεύθυνα κάποιο επάγγελμα. Όταν το πρωτόγονο αυτό ένστικτο δεν αναπτυχθεί, ό άντρας θα κυνηγάει την ηδονή ή τα υποκατάστατα της.
Το έκτο στάδιο της ψυχοερωτικής ανάπτυξης του άντρα, αρχίζει από τα 40 και συνεχίζεται μέχρι τέλους. Η περηφάνια της κατάκτησης του στόχου, και η αποδοχή της προσωπικότητας του από το περιβάλλον του που συμβάλλουν στην ανδρική του αυτοεκτίμηση, θα μπορούσαν να συγκριθούν με τον παιδικό φαλλικό ναρκισσισμό. Για τους περισσότερους άντρες, η πορεία αυτή θεωρείται αυτονόητη, γιατί είναι βαθειά ριζωμένη στην έννοια του ανδρισμού..
Η δεκαετία 60-70 χαρακτηρίζεται σήμερα έντονα από την κρίση της μέσης ηλικίας που έχει αρχίσει αμυδρά από τα 50.
Η κρίση αυτή έχει δύο όψεις: Η μία, θα μπορούσε να ονομαστεί «διορθωτική», γιατί ο άντρας πρέπει να κάνει ανασκόπηση της μέχρι τώρα ζωής του και να  ολοκληρώσει ή να επανορθώσει τις τυχόν παραλήψεις, υποχρεώσεις ή ατέλειες της προσωπικής του εξέλιξης. Παράδειγμα: τα κατάλοιπα του Οιδιπόδειου συμπλέγματος, της παιδικής εξάρτησης, τα ψυχολογικά προβλήματα της παρουσίας ή της απουσίας του πατέρα και την απαγόρευση  της σεξουαλικής ηδονής, τα λανθασμένα πρότυπα και τις κακές επιλογές, κ.α. Όλα αυτά που κουβαλάει ο άντρας και που ο Carl Jungχαρακτηρίζει σαν «παιδική συμπεριφορά» του ενήλικου άντρα
Παρενέργεια
Η παιδική συμπεριφορά αυτή, έχει σαν συνέπεια  την υπερβολική και εξαντλητική συχνά ανάγκη προστασίας, ενθάρρυνσης, φροντίδας και συνεχούς περίθαλψης, που προβάλλει στη σύζυγό του, ή στην εργασία, στους φίλους και ακόμη στα παιδιά  που τους δημιουργεί μια επιβλαβή ψυχολογία, όταν αυτά ψάχνουν  ακόμη να βρουν την ταυτότητα τους.
 Όταν ο άντρας παραμελεί τις διεργασίες αυτές της ανάπτυξης, η παιδικότητα του θα αποκαλυφθεί σαν στοιχείο της προσωπικότητας του, σε όλες τις ενήλικες επιτεύξεις του. Τότε η κουρτίνα της απατηλής αυτοπεποίθησης θα πέσει και η αδυναμία της ανδρικής υπόστασης θα φέρει   συντριβή και απελπισία.
Σύμφωνα με τον Jung, «υπάρχει μια πεισματική ενδόμυχη τάση στον άνθρωπο να κρατήσει τα πράγματα όπως είναι και να αποφύγει τις θυσίες για μια αναγέννηση του εαυτού του». 
Ο ιερός γάμος
Η  ανασκόπηση και η επανόρθωση λαθών του παρελθόντος, όπως επίσης και η επιθυμία για ένα ικανοποιητικό μέλλον μέσα από την εσωστρέφεια, συμβάλλουν στη δομή ενός νέου σχήματος ζωής, ικανοποιητικής, για τα επόμενα χρόνια.
Η άλλη όψη της κρίσης, απαιτεί μια εσωστρέφεια, μέσα από την οποία ο άντρας θα διαφοροποιηθεί από τα συλλογικά και τα παραδοσιακά πρότυπα.  Θα κάνει ένα ταξίδι στο βάθος της ψυχής του για να ανακτήσει τα στοιχεία για την δικιά του προσωπική ολοκλήρωση. Η ολοκλήρωση αυτή είναι ένα βήμα πέρα από την φαλλική παρουσία, γιατί συμπεριλαμβάνει και το θηλυκό στοιχείο της υπόστασης του άντρα. Η φαλλική παρουσία είναι προϋπόθεση για την ενσωμάτωση του θηλυκού στοιχείου του άντρα και όχι απειλή στον ανδρισμό του, όπως θα θεωρείτο τα προηγούμενα χρόνια.
Ο Carl Jung, αποκαλεί αυτή την ένωση των αντίθετων στοιχείων της φύσης του άντρα, «ιερό γάμο». Τον χαρακτηρίζει σα την ένωση του βασιλιά με την βασίλισσα, το φαλλό με τη μήτρα, το θηλυκό με το αρσενικό άτομο. Ο γάμος αυτός θεωρείται σαν μια ψυχολογική εμπειρία του άντρα αναγκαία για την ολοκλήρωση του, σε αντίθεση με τους εξωτερικούς στόχους που επεδίωκε ο φαλλός, τα προηγούμενα χρόνια.. Σε αυτή τη φάση της ζωής του, ο ενήλικας άντρα βιώνει την «ανάπαυλα» από την αρσενική του δύναμη. Είναι η στιγμή που αναγνωρίζει ότι η δύναμη που προέρχεται από την φαλλική ενέργεια (και που χαρακτηρίζεται από τους άλλους άντρες με την έκφραση «έχει όρχεις»), δεν διοικεί τα πάντα, αλλά καθορίζει το ήμιση της ζωής του, γιατί στο δεύτερο, επιζητά γαλήνη, ηρεμία και την θαλπωρή που δίνει η μητέρα.
Όταν ο άντρας αποφασίσει να πραγματοποιήσει σωστά αυτές τις απαιτήσεις της ηλικιακής του αυτής ανάπτυξης , η έμφαση πρέπει να δοθεί στην εξατομίκευση, δηλαδή στο να γίνει ο εαυτός του, να βρει τις ιδιότητες της δικής του υπόστασης.
Τόσο σημαντικό θεωρούσε ο Jung την εξατομίκευση που την ονόμασε «ένστικτο», βαθειά ενσωματωμένο με την ψυχή όπως ακριβώς το ένστικτο της αυτοσυντήρησης  και το ένστικτο της διαιώνισης του είδους.