Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Η Εξουσία των Γονιών και η Πειθαρχία

Η παιδοψυχίατρος Ελαίν Χέφνερ γράφει, ότι «τα μικρά παιδιά, αν θέλουν να ζήσουν ευτυχισμένα, θα πρέπει να μάθουν να δέχονται την εξουσία των γονιών τους».

Τα παιδιά μαθαίνουν να συμπεριφέρονται και να σέβονται τους άλλους μέσα από την αγάπη 
και το σεβασμό που τους δείχνουν οι γονείς και όχι με τον φόβο της τιμωρίας.

Τα  όρια ανάμεσα στην παραδεκτή και στην απαράδεκτη πειθαρχία μετατοπίζονται συνέχεια. Στη σημερινή κοινωνία, λέγεται ότι υπάρχει κατάχρηση της ελευθερίας, που οφείλεται σε αυτό που λέγεται «παιδαγωγική της ανοχής». Η γενιά των παιδιών που γεννήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του '50, αντέδρασαν με καινούργιους τρόπους στα γεγονότα της εποχής τους (Μάιος του '68 και άλλα), με εξεγέρσεις στα πανεπιστήμια, ενεργή συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα, καταλήψεις, μαρξιστικές ιδεολογίες, διαμαρτυρίες και ιδεολογίες, προκλήσεις από χίπηδες, σεξουαλική επανάσταση, ναρκωτικά και άλλα μέσα για να νοιώθει ο νέος μοναδικός και απελευθερωμένος. Όλα αυτά και πολλά άλλα αποδόθηκαν στην ανεκτική στάση των γονιών. Οι περισσότεροι γονείς δεν επέτρεπαν τέτοιες συμπεριφορές, όμως ήταν ανίκανοι να τις εμποδίσουν. 
Πριν από το Β' Παγκόσμιο πόλεμο, σκοπός της διαπαιδαγώγησης ήταν να μάθουν τα παιδιά, από μικρά, να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τα καθιερωμένα. Υπήρχε η άποψη ότι τα παιδιά είχαν ανάγκη από την πυγμή των γονιών τους για να πάρουν το σωστό δρόμο. Οι παρορμήσεις των παιδιών έπρεπε να ελέγχονται με μια αυστηρή διαπαιδαγώγηση και με την τυφλή υπακοή στους γονείς. Το κοινωνικό ιδεώδες της εποχής ήταν μια καταπιεστική στάση απέναντι στη συμπεριφορά του παιδιού για μια πετυχημένη ένταξη  στο κοινωνικό σύνολο. Οι κοινωνικές αξίες ήταν σαφείς: σεβασμός στην εξουσία στα δικαιώματα του άλλου, συμμετοχή στα κοινά, σκληρή δουλειά, αίσθηση ευθύνης και αυτοπεποίθηση.

Μετά το Β΄παγκόσμιο πόλεμο, καινούργιες επιστημονικές θεωρίες πάνω στη συμπεριφορά των παιδιών άρχισαν να κερδίζουν έδαφος. Και αυτό που άρχισε να προβληματίζει περισσότερο τους γονείς, ήταν η παραδοσιακή πίστη στην πειθαρχία. Αν ακολουθούσαν τις θεωρίες αυτές και έδιναν περισσότερη ελευθερία στα παιδιά και μεγαλύτερη προσοχή στις ανάγκες τους, υπήρχε φόβος να πάψουν  να υπακούουν και να σέβονται τους γονείς.

Το πρόβλημα για τους γονείς άρχισε να είναι όχι το πώς θα τους ακούει το παιδί χωρίς συζήτηση, αλλά το πώς θα το αναθρέψουν καλύτερα, έτσι που να γίνει ένα υπεύθυνο, ευτυχισμένο άτομο, γεμάτο αυτοπεποίθηση, ικανό να αντιστέκεται στους πειρασμούς, να υπερνικά τα εμπόδια και να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του απέναντι στους άλλους και στη κοινωνία. Υπάρχει μεγάλη διαφορά από το να επιτρέπεις στο παιδί να αφήνεται ασυγκράτητα σε όλα του τα καπρίτσια και τις παρορμήσεις και στο να το βοηθήσεις να συνειδητοποιήσει σιγά σιγά ότι δεν πρέπει να παραβιάζει τα δικαιώματα και τα προνόμια των άλλων. Επίσης ότι οφείλει περισσότερο στην αρχή και λιγότερο κατόπιν να ακολουθεί τις συμβουλές αυτών που έχουν μεγαλύτερη  ευθύνη για την ανατροφή του.

Η ερώτηση που δείχνει την αγωνία και την σύγχυση των γονιών είναι, «Πού πρέπει να σταματάει η ελευθερία των παιδιών;»

Κάθε υπερβολή προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση έχει τους κινδύνους της. 

Η παραδοσιακή επιμονή στην πειθαρχία έχει σαν αρχή ότι η τιμωρία ή η απειλή της τιμωρίας μπορεί να εξασφαλίσει μια καλύτερη συμπεριφορά των παιδιών. Η νεότερη ψυχολογία, αντίθετα, πιστεύει  ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη από «επιδοκιμασία». Επειδή τα παιδιά προτιμούν να ευχαριστούν τους μεγάλους και όχι να τους δυσαρεστούν, θα εγκαταλείψουν πολύ πιο γρήγορα ένα ανεπιθύμητο φέρσιμο με ένα έπαινο ή με την αίσθηση ότι οι μεγάλοι πιστεύουν στην καλή τους διάθεση, παρά στις τιμωρίες και στις απειλές.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα δόθηκε μεγάλο βάρος στην επίδραση του άμεσου περιβάλλοντος και ιδιαίτερα στη μητέρα. Η αγάπη και όχι η τιμωρία είναι το σημαντικότερο εφόδιο της μητέρας. Η μητέρα δίνει μηνύματα στο παιδί, το εκπαιδεύει, το μορφώνει, δίνει πρότυπα και απέραντη αγάπη. Η  ποιότητα της μητρικής φροντίδας που προσφέρει η μητέρα στο παιδί και στο παιγνίδι του είναι που διαμορφώνει το χαρακτήρα του παιδιού, και όχι οι ατελείωτες ώρες αγκαρίας. Αυτό δεν υποδηλώνει ότι δεν εκτιμάται ιδιαίτερα ο ρόλος του πατέρα στην όλη αναπτυξιακή πορεία  του παιδιού. Αλλά η ισορροπημένη εναλλαγή ρόλων στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών και από τους δύο γονείς, είναι ο πιο κατάλληλος τρόπος ανατροφής των παιδιών και επίλυση των προβλημάτων  τους.

Προσωπικά σα μητέρα και σαν ψυχολόγος, θαυμάζω τα νεαρά ζευγάρια που μοιράζονται ουσιαστικά την ευθύνη της ανατροφής των παιδιών τους και των προβλημάτων τους. 

Τα παιδιά μαθαίνουν να συμπεριφέρονται και να σέβονται τους άλλους μέσα από την αγάπη και το σεβασμό που τους δείχνουν οι γονείς και όχι με τον φόβο της τιμωρίας. Η επιθυμία για την επιδοκιμασία χαλιναγωγεί  τις κακές συμπεριφορές του παιδιού και ιδιαίτερα του αγοριού.

Όταν οι γονείς ακούν  τις επιθυμίες του παιδιού τους  με διάθεση επιδοκιμασίας, και αυτό βλέπει ότι το προσέχουν και οι επιθυμίες του λογαριάζονται, μαθαίνει και αυτό να υπακούει. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι θα του ικανοποιούν όλες τις επιθυμίες του. Όμως σημαίνει ότι ο γονιός αυτός  παραμερίζει προσωρινά τις ανάγκες του, για να δείξει στο παιδί ότι για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του  δε χρειάζεται να αντισταθεί ή να νικήσει τους γονείς του. Δεν πρέπει οι δύο πλευρές με αντιπαλότητα και ανταγωνιστικότητα να επιβάλλουν το δίκιο τους. Αλλά για να ξεπεραστεί το εμπόδιο χρειάζεται ένας συμβιβασμός και από τις δύο πλευρές, σαν ίσος προς ίσο. Αυτό σημαίνει ότι ο κάθε ένας έχει το ίδιο δικαίωμα για αναγνώριση των αναγκών του από τον άλλο. 

Στο γονιό λοιπόν πέφτει η υποχρέωση να διδάξει στο παιδί του τους τρόπους της διαπραγμάτευσης. Και το κυριότερο να του μάθει την υπομονή. Μπορεί να αναβάλει λίγο, μπορεί να συμβιβαστεί, αλλά χωρίς να συνθηκολογήσει. Έτσι το παιδί καταλαβαίνει πως ο γονιός του στέκει στο πλευρό του ακόμη και αν δεν κατορθώσει να αποκτήσει αυτό που θέλει. Τότε, δεν θα τον βλέπει πια σαν εχθρό και δεν θα έχει λόγο να τον πολεμάει.